Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Ομιλία στο Επίσημο Μνημόσυνο εις μνήμην των θυμάτων της Γερμανικής Κατοχής τον Ιούλιο του 1943 στη Μακρυνεία Γαβαλού, Κυριακή 20 Αυγούστου 2017
Βασίλης Πατρώνης
Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών

Κύριε Δήμαρχε, Κυρία Αντιδήμαρχε,
Κύριοι Πρόεδροι των Τοπικών Κοινοτήτων και των Τοπικών Συλλόγων,
Κυρίες και Κύριοι,
Αγαπητοί συγχωριανοί,
Ναι, παρακαλώ επιτρέψτε μου αυτή την προσφώνηση, αγαπητοί συγχωριανοί, γιατί είμαι και εγώ Μακρύνειος, Γαβαλιώτης για την ακρίβεια, οι ρίζες μου βρίσκονται εδώ και οι πρόγονοί μου είναι θαμμένοι σε αυτόν τον τόπο. Η οικογένειά μου μετράει τουλάχιστον δυόμιση αιώνες φυσικής παρουσίας εδώ στους πρόποδες του Ζυγού, με συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες και θύματα από το Σώμα του Μακρή και την Έξοδο του Μεσολογγίου έως και τη δεκαετία του 1940.
Παππούς μου ήταν ο Ανδρέας Πατρώνης, που θα τον θυμούνται οι παλιότεροι, βιβλική μορφή με μεγάλα μουστάκια, πανύψηλος, επιβλητικός και αυστηρός, από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Αγροτικού Συνεταιρισμού στη Γαβαλού το 1916. Γιαγιά μου η Πολυξένη το γένος Πυλαρινού, μια γλυκιά γυναίκα που μαράζωσε πρόωρα μετά την εκτέλεση του πρωτότοκου γιού της από τους Γερμανούς. Θεία μου, αδελφή του πατέρα μου, η Ξανθή Σκούρα, μια γυναίκα ιδιαίτερου κάλλους αλλά και ξεχωριστής ψυχικής ομορφιάς, που, όπως λένε όσοι τη γνώρισαν, ήταν πάντα μια ανοικτή αγκαλιά για όλους, ιδιαίτερα για τους αδύναμους και τα παιδιά. Πατέρας μου ο Σωτήρης Πατρώνης, στέλεχος του ΕΑΜ, δικηγόρος Αγρινίου μετέπειτα και μεγάλος εραστής του χωριού του και ιδιαίτερα του Κελλιού, όπως θυμούνται οι σύγχρονοί του για ένα γλέντι στο Κελλί της Γαβαλούς πέταγε πάντα τη σκούφια του. Θείος μου, αδελφός του πατέρα μου (και πρόσωπο που σχετίζεται περισσότερο με τη σημερινή εκδήλωση) ήταν ο Κώστας Πατρώνης. Φυσικός-Μετεωρολόγος, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπάλληλος της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας Αθηνών, που εκτελέστηκε σε ηλικία 34 ετών από τους Γερμανούς στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και αφού πρώτα πέρασε από τις φυλακές Αβέρωφ, το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και το κολαστήριο της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν. Έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού και στέλεχος του ΕΛΑΣ, είχε μεγάλη εμπλοκή στα γεγονότα του Ιουλίου 1943 στη Μακρυνεία, για την οποία και συνελήφθη από τους Γερμανούς στο Αγρίνιο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Με αυτό το οικογενειακό ιστορικό λοιπόν, όταν πριν από λίγο καιρό οι διοργανωτές της σημερινής εκδήλωσης μου πρότειναν να εκφωνήσω τον πανηγυρικό της ημέρας, ένιωσα βαρύ το φορτίο για τους ώμους μου˙ βαρύ για δυο λόγους: Ο ένας ήταν η θεματολογία της εκδήλωσης: Η Κατοχή και η εποποιία της εθνικής αντίστασης, η περίοδος εθνικής ανάτασης αλλά και οι αμφιλεγόμενες ερμηνείες της, τα πολλά και κρίσιμα ερωτήματα που μένουν ακόμη αναπάντητα και απαιτούν περαιτέρω έρευνα. Υπήρχε όμως και ένας δεύτερος λόγος, πιο προσωπικός και βιωματικός: Η σκιά του Εαμίτη και δεσμώτη της Μακρονήσου πατέρα, τα σημειώματα μέσα από τις φυλακές Αβέρωφ του αδελφού του Κώστα Πατρώνη λίγο πριν τον οδηγήσουν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής στις 10 Φεβρουαρίου 1944 και η ασπρόμαυρη φωτογραφία-κάδρο στο σαλόνι του πατρικού μας σπιτιού στο Αγρίνιο, εκείνου του ανθρώπου που δεν γνωρίσαμε ποτέ, αλλά που μεγαλώσαμε μαζί του. 
Μετά από αυτή την προσωπική παρένθεση, θα αναφερθώ στα γεγονότα της εποχής εκείνης, προσπαθώντας να τα θέσω στο ιστορικό τους πλαίσιο: Εδώ στη Μακρυνεία έχουμε μια διπλή, μια δίδυμη καταστροφή, η πρώτη έγινε τον Ιούλιο του 1943 και η άλλη έγινε τον Αύγουστο του 1944. Κάθε μια έχει τις δικές της αιτίες και ιδιαιτερότητες.
Στα μέσα του 1943 και μετά τις ήττες στο Ελ Αλαμέϊν και στο Στάλινγκραντ ο πόλεμος έχει πάρει αρνητική τροπή για τους Γερμανούς. Ειδικότερα στα Βαλκάνια, η διαφαινόμενη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και το θέριεμα των κινημάτων αντίστασης, απασχολούσαν έντονα τη γερμανική ηγεσία, η οποία αποφάσισε να ενισχύσει τις δυνάμεις της στην Ελλάδα, μετακινώντας από το Ανατολικό Μέτωπο τη σκληροτράχηλη 1η Ορεινή Μεραρχία Ορεινών καταδρομών «Εντελβάϊς». Η μετακίνηση της συγκεκριμένης μεραρχίας αποφασίστηκε επιπλέον γιατί η ανώτατη διοίκηση της Βέρμαχτ, ήταν πλέον πεπεισμένη ότι οι αγγλοαμερικανοί θα εισέβαλλαν στην Ευρώπη και εξεταζόταν σοβαρά το σενάριο, για συμμαχική απόβαση στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου (μεταξύ Πρέβεζας και Πάργας). Με δεδομένη την ύπαρξη ισχυρών ανταρτικών δυνάμεων τόσο του ΕΛΑΣ όσο και του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν ότι κινδύνευαν, σε αυτή την περίπτωση, να βρεθούν μεταξύ δυο πυρών. Για το σκοπό αυτό η γερμανική διοίκηση προχώρησε στην σύσταση του 22ου Σώματος Στρατού με τον στρατηγό Χούμπερτ Λάντς στο Αρσακλί της Θεσσαλονίκης, με ζώνη ευθύνης την Ήπειρο και τη Δυτική Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα μεταφέρθηκε η 1η Ορεινή Μεραρχία Ορεινών καταδρομών «Εντελβάϊς», με διοικητή τον στρατηγό Βάλτερ φον Στέτνερ στα Ιωάννινα και αποφασίστηκε η ενίσχυση της γερμανικής δύναμης στο Αγρίνιο με τη μεταφορά της 104ης Ορεινής Μεραρχίας εκεί.
Η 104η Ορεινή Μεραρχία ταξιδεύει σιδηροδρομικά μέχρι την (ανατιναγμένη) σήραγγα του Κούρνοβου και από εκεί μέσω του Μπράλλου έφτασε στο Αγρίνιο στις αρχές Ιουλίου 1943. Η έλευσή της στην περιοχή του Αγρινίου θα αλλάξει δραματικά τα δεδομένα της Κατοχής στην περιοχή: Μέχρι τότε η Ιταλική κατοχή ήταν σχετικά ελαστική και περιοριζόταν σε λεηλασίες και πλιάτσικο τροφίμων στα χωριά, η αντίσταση άλλωστε ήταν μέχρι τότε σχετικά αδύναμη. Από το καλοκαίρι του 1943, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Τότε σκληραίνει η Κατοχή, δυναμώνει αντίστοιχα και το αντάρτικο, οπότε τα αντίποινα αποκτούν έναν πιο δρακόντειο χαρακτήρα, προσλαμβάνουν έναν απόλυτα τυφλό χαρακτήρα και πλήττονται ακόμη και τα γυναικόπαιδα. Αυτό για παράδειγμα συνέβη στον Χορτιάτη, στην Κλεισούρα, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο. Το ίδιο επρόκειτο να συμβεί και στη Μακρυνεία. Η σκληροτράχηλη μεραρχία είχε άλλωστε σαφείς εντολές από το Βερολίνο: «Η ανθρώπινη ζωή στις χώρες των Βαλκανίων δεν μετράει και ο εκφοβισμός θα επιτυγχάνεται μόνο με ασυνήθιστη σκληρότητα», έλεγε η διαταγή του Ανώτατου Αρχηγείου της Βέρμαχτ.
Πριν καλά-καλά εγκατασταθεί στο Αγρίνιο στις 10 Ιουλίου η μεραρχία θα έχει μια δυσάρεστη έκπληξη, που θα επιτείνει περαιτέρω τους φόβους της ηγεσίας της. Τμήμα της που θα επιχειρήσει να προσεγγίσει το Θέρμο από το Αγρίνιο θα δεχτεί σφοδρή επίθεση από τον ΕΛΑΣ στις στροφές πριν το Μοναστήρι της Μυρτιάς (Μάχη της Γουρίτσας ή της Μυρτιάς) και θα υποχρεωθεί να αφήσει στο πεδίο της σύγκρουσης δεκάδες νεκρούς. Οι Γερμανοί είναι πλέον έξαλλοι, έπρεπε να δείξουν ότι δεν ήταν σε καμία περίπτωση πρόθυμοι να ανεχθούν τη συνδιοίκηση της κατεχόμενης Δυτικής Ελλάδας. Είχαν μάλιστα λάβει πρόσφατα συγκεκριμένη διαταγή του στρατάρχη Κάιτελ με την οποία άνοιγε ο δρόμος για μαζικά εγκλήματα εις βάρος του άμαχου πληθυσμού: «Ο εχθρός έχει ρίξει στο συμμοριτοπόλεμο φανατικούς μαχητές, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί από τους κομμουνιστές και δεν σταματούν μπροστά σε καμιά πράξη βίας. Αυτό που παίζεται εδώ είναι περισσότερο κι από αγώνας επιβίωσης. Η σύγκρουση αυτή δεν έχει τίποτε να κάνει με τη στρατιωτική τιμή ή με τις αποφάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης. Αν αυτός ο αγώνας εναντίον των συμμοριών, στην Ανατολή και στα Βαλκάνια, δεν διεξαχθεί με τα πιο ωμά μέσα, οι δυνάμεις που διαθέτουμε μπορεί στο προσεχές μέλλον να μην αρκούν για να επιβληθούν σ' αυτή τη μάστιγα. Γι' αυτό οι μονάδες έχουν την άδεια και την εντολή σ' αυτό τον αγώνα να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα, χωρίς περιορισμούς ούτε και προς τις γυναίκες και τα παιδιά, αν αυτά τα μέτρα είναι αναγκαία για την επιτυχία. Ανθρωπιστικές επιφυλάξεις οποιουδήποτε είδους αποτελούν έγκλημα εναντίον του γερμανικού έθνους...»
Για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί από την ιστορική έρευνα, μετά τις απώλειές τους στη Μάχη της Μυρτιάς, οι Γερμανοί δεν διέταξαν αντίποινα σε βάρος των γειτονικών χωριών. Λέγεται ότι αυτό έγινε επειδή επρόκειτο για κανονική μάχη στην οποία ήχησε η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ και οι αντάρτες φορούσαν βρετανικές στολές, άρα ενέπιπτε στις διατάξεις της Σύμβασης της Γενεύης περί τακτικού πολέμου. Δεν το γνωρίζω και δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση όπου έχω ρωτήσει. Εκείνο, όμως, που είναι βέβαιο, είναι ότι οι Γερμανοί περίμεναν το επόμενο χτύπημα για να πάρουν το αίμα τους πίσω, για να αποδείξουν ποιος είναι ο κυρίαρχος στην περιοχή.
Έτσι, όταν στις 26 Ιουλίου 1943 ομάδα Γερανών στρατιωτών δέχεται επίθεση από τον ΕΑΜ Μακρυνείας στη θέση «Χασάναγα» χάνοντας 3 άνδρες, τα αντίποινα θα είναι άμεσα: Την επόμενη ημέρα 27 Ιουλίου 1943 ξεκινά από το Αγρίνιο μια Γερμανική φάλαγγα με τανκς, φορτηγά και μοτοσικλέτες και σε αντίποινα επιδίδεται στην συστηματική καταστροφή των χωριών της Μακρυνείας και στη δολοφονία όσων ανθρώπων έβρισκαν στο πέρασμά τους. Ομάδες Γερμανών στρατιωτών, αφού αφαιρούσαν από κάθε σπίτι ότι χρήσιμο ή εμπορεύσιμο υπήρχε, στη συνέχεια έριχναν εμπρηστικές φωτοβολίδες και το σπίτι γίνονταν παρανάλωμα του πυρός. 
Όσοι κάτοικοι επέλεξαν να καταφύγουν και να κρυφτούν στον κάμπο, ολόκληρες οικογένειες, γαζώθηκαν από τα γερμανικά πολυβόλα. Μέσα στα σπαρτά, στα αμπέλια, στα χαντάκια και κάτω από τις ελιές, ομάδες από γυναικόπαιδα εκτελούνταν με τον πλέον εγκληματικό τρόπο. Όσοι πρόλαβαν να φύγουν, παρακολουθούσαν το μεγάλο φονικό από τις ράχες του Αράκυνθου. Όταν κατέβηκαν στα καμένα και κατεστραμμένα σπίτια τους, διαπίστωσαν το δράμα της ανθρωποσφαγής, μέσα σε σκηνές αλλοφροσύνης που κράτησαν όλη τη νύχτα. Βρέθηκαν γέροντες και παράλυτοι καρφωμένοι με ξιφολόγχες στο κρεβάτι τους, βρέθηκε νήπιο στην αγκαλιά της σκοτωμένης μητέρας του με το κεφάλι σπασμένο από τον υποκόπανο όπλου. Στη Γραμματικού, μια οικογένεια ολόκληρη τυφλώθηκε με τον πιο φρικτό και απάνθρωπο τρόπο. Συνολικά 44 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, εντάσσοντας με δραματικό τρόπο τη Μακρυνεία στη χορεία των μαρτυρικών τόπων. Περισσότερες από τις μισές κατοικίες είχαν υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή. Χιλιάδες έμειναν άστεγοι και υποχρεώθηκαν να περάσουν τον χειμώνα του 1943-44 σε πρόχειρα καταλύματα.

Ας πάμε τώρα στα γεγονότα του 1944, καθώς ο χρόνος μας περιορίζεται. Τα αίτια της δεύτερης καταστροφής της Μακρυνείας ήταν διαφορετικά: Σε λιγότερο από ένα μήνα οι Γερμανοί θα εγκατέλειπαν τη Δυτική Ελλάδα. Έπρεπε να διασφαλίσουν την ασφαλή αποχώρηση τους. Στρατηγικά λοιπόν επέλεξαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε σημεία όπου θεωρούσαν κρησφύγετα ανταρτών. Δεν έλειψε όμως και η λογική αντεκδίκησης σε μέρη όπου θεωρούνταν «φιλικά» προς την αντίσταση. Ένα από αυτά ήταν και η Μακρυνεία. 
Αυτή τη φορά ο πληθυσμός πρόλαβε να σωθεί ανεβαίνοντας στις πλαγιές του Αράκυνθου, έχοντας μαζί του ότι πρόλαβε να πάρει. Ότι άφησε πίσω του όμως, λεηλατήθηκε άγρια και κατακάηκε από τις δυνάμεις κατοχής. Πύρινες γλώσσες και κολώνες μαύρου καπνού ανεβαίνουν τον ουρανό της Μακρυνείας. Η Γερμανική φάλαγγα διασχίζει τη Μακρυνεία με ανοικτά φορτηγά γεμάτα με ρούχα, σκεύη, εργαλεία, άλλα φορτηγά με ζώα από κοτόπουλα μέχρι μοσχάρια και άλλα με τσουβάλια με σιτάρι και καλαμπόκι ακόμη και δοχεία με λάδι. Τους Γερμανούς ακολουθούσαν συμμετέχοντας στη λεηλασία μερικές δεκάδες Έλληνες, άλλοι με στολή τσολιά, άλλοι με πολιτικά, «οικτροί ουραγοί και συνεργάτες των δημίων της πατρίδας των», όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο συντηρητικός πλην ακριβοδίκαιος γιατρός ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΥΡΗΛΙΩΝΗΣ, διευθυντής του νοσοκομείου του Ε.Ε.Σ. στη Γαβαλού, που διερωτάται: «Είναι άραγε Έλληνες αυτοί; Είναι γέννημα και θρέμμα του ηρωικού και αιματοβαμμένου τόπου που στενάζει κάτω από την Χιτλερική μπότα; Είναι δυνατόν το μίσος τους και μόνο προς τους αντάρτες κομμουνιστές, όπως ισχυρίζονται, να τους οδήγησε σ’ αυτή την προδοτική και πανάθλια πράξη ώστε να γίνουν ουραγοί και συμπαραστάτες του κατακτητή, σ’ αυτό το ξεθεμέλιωμα των ανθρώπινων ψυχών, του εθνικού μας πλούτου, των σπιτιών και της περιουσίας των Ελλήνων;»
Η δεύτερη πυρπόληση της Μακρυνείας είχε μόνο ένα θύμα, έναν ανάπηρο που δεν μπόρεσε να μετακινηθεί και θανατώθηκε από τους Γερμανούς στο κρεβάτι του. Κατέκαψε όμως σχεδόν στο σύνολό τους τα σπίτια και τα δημόσια κτίρια της περιοχής. Η καταστροφή αυτή κράτησε δύο μέρες από το Ζευγαράκι έως τα Σιταράλωνα και η Μακρυνεία μετατράπηκε σε κρανίου τόπο – σωρό ερειπίων.

Συνολικά, ο φόρος αίματος που πλήρωσε η Μακρυνεία στη διάρκεια της Κατοχής ήταν 45 άμαχοι, 5 εκτελεσμένοι σε διάφορα μέρη, 12 πεσόντες σε μάχες με τους Γερμανούς και 4 νεκροί από άλλες αιτίες, συνολικά δηλαδή 66 άτομα. Ο σταυρός του μαρτυρίου ήταν βαρύτερος για όσους επέζησαν. Μετά το αιματοκύλισμα ακολούθησε η πείνα, η δυστυχία, ο εμφύλιος σπαραγμός. Οι οικογένειες των θυμάτων, οι χήρες και τα ορφανά, με μαύρα ρούχα και μαύρη την καρδιά, αντιμετώπισαν την αδιαφορία, την κοινωνική περιφρόνηση, τη μοναξιά και τη στέρηση. Αναρωτήθηκε άραγε πότε κανείς πώς επέζησαν οι χήρες και τα ορφανά; Πώς οι μητέρες περιέσωσαν το μέλλον των παιδιών τους μέσα από τη στάχτη, μόνες κι αβοήθητες, χωρίς την υποστήριξη του ελληνικού κράτους και με προκλητικά απούσα την υπεύθυνη για το δράμα τους Γερμανία; Ακόμη αναρωτήθηκε ποτέ κανείς πώς, με ποιους πόρους και ποια μέσα έγινε η αναστήλωση των ερειπίων αυτής της επαρχίας, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας, που έμοιαζε με «χαμένη πατρίδα;» 
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθώ στα ατιμώρητα εγκλήματα της γερμανικής Μεραρχίας Εντελβάϊς στην Ήπειρο και τη Δυτική Ελλάδα. Οι Γερμανοί την αποκαλούσαν «άσπιλη» και «ηρωική» μεραρχία, αλλά η πραγματική ιστορία της αποτελεί όνειδος και εξοργίζει για τα εγκλήματά της. Μέσα σε λίγους μήνες κατέκαψε εκατοντάδες χωριά και έκανε τα ολοκαυτώματα στο Kομμένο της Άρτας, στους Λιγκιάδες Ιωαννίνων, στη Μουσιωτίτσα, ενώ εξολόθρευσε τον εβραϊκό πληθυσμό των Ιωαννίνων. Υπολογίζεται ότι σκότωσαν πάνω από 2.500 άμαχους στην Ήπειρο, αλλά και αρκετές χιλιάδες Ιταλούς αιχμαλώτους της μεραρχίας «Άκουι» στην Κεφαλονιά. Σε αυτή υπαγόταν και η 104η Μεραρχία Καταδρομών, που έδρευε στο Αγρίνιο υπό τον στρατηγό Λούντβιγκερ και η οποία ευθύνεται για την εκτέλεση των 120 στο Αγρίνιο, των 59 στα Καλύβια, την πυρπόληση των χωριών και την εξολόθρευση του πληθυσμού στη Μακρυνεία το 1943-44 και στα Παρακαμπύλια (Άγιο Βλάση, Χούνη, Καραμανέϊκα) τον Αύγουστο του 1944, με την αγαστή συνεργασία και συμμετοχή του Τάγματος Ασφαλείας Αγρινίου και του διοικητή του Γιώργου Τολιόπουλου. Φυσικά, ουδείς λογοδότησε μεταπολεμικά για τα εγκλήματα αυτά, έστω και σε επίπεδο ανώτατων αξιωματικών. Ακόμα χειρότερα, κάθε χρόνο, την Πεντηκοστή, στο Μίτενβαλντ της Βαυαρίας, βετεράνοι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συναντώταν για δεκαετίες και θυμούνταν τα «ηρωικά» κατορθώματα των Γερμανών καταδρομέων: Εκείνων δηλαδή των σκληροτράχηλων μεραρχιών οι οποίες δραστηριοποιήθηκαν στη Δυτική Στερεά και στην Ήπειρο στη διάρκεια της Κατοχής και των οποίων τα «κατορθώματα» δεν είναι τίποτα άλλο από ατιμώρητα εγκλήματα πολέμου κατά του άμαχου πληθυσμού. Το ίδιο συνέβη και με το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου, τα εγκλήματα του οποίου ξεπλύθηκαν μεταπολεμικά στο όνομα του αντικομουνιστικού αγώνα. Ο διοικητής του Ταγματάρχης Τολιόπουλος επανήλθε κανονικά στο στράτευμα στη διάρκεια του Εμφυλίου, προήχθη σε συνταγματάρχη και πέθανε εν ειρήνη το 1962 στην Αθήνα. Είναι ενδεικτικό ότι στο μητρώο του στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού έχει απαλειφθεί κάθε αναφορά στη δράση του κατά την περίοδο 1941-45.
Θα πρέπει να μιλήσω, τέλος, οφείλω να μιλήσω, για το απαράγραπτο των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα. Πέρα από λαϊκισμούς για «επαχθές και επονείδιστο χρέος» και ισοπεδωτικούς συμψηφισμούς ότι τάχα «μας χρωστάνε και δεν τους χρωστάμε», μια μελλοντική κυβέρνηση που θα έχει στο θέμα αυτό την υποστήριξη της Βουλής και της κοινωνίας,, ίσως σε μια άλλη ευνοϊκότερη συγκυρία και πάντως ανεξάρτητα από τις δημοσιονομικές δυσχέρειες της χώρας, θα πρέπει να ξαναβάλει στο τραπέζι το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων προς την Ελλάδα. Προφανώς οι νεότεροι (και αγέννητοι τότε) Γερμανοί δεν ευθύνονται άμεσα για τα ειδεχθή εγκλήματα των προγόνων τους. Το γερμανικό κράτος όμως, έχει συνέχεια και θα πρέπει κάποτε να αναλάβει τις ευθύνες του. Συγχωρούμε αλλά δεν ξεχνάμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια: