Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Ιστορίες του χωριού.......

Του Ανδρέα Μουντούρη - “Μικρές Αφροδίτες”. Μέρος Πρώτον.
Φίλοι μου, σήμερα θα σας διηγηθώ μια ιστορία που αναφέρεται στην εφηβεία δύο νεαρών, οι οποίοι απ’ τη νηπιακή τους ηλικία μέχρι και που τέλειωσαν το εξατάξιο Γυμνάσιο, υπήρξαν δυό αχώριστοι φίλοι.
Ο Ανδρέας κι ο Βασίλης, γεννήθηκαν και ζούσαν σ’ ένα χωριό της Μακρυνείας, στο Ζευγαράκι. Η Μακρυνεία είναι μια περιοχή της Αιτωλίας, που καταλαμβάνει τη βόρεια πλευρά του όρους Αράκυνθου και ορίζεται: Δυτικά, από το φαράγγι της Κλεισούρας ή των Κύκνειων Τεμπών, όπως είναι γνωστό με την αρχαία του ονομασία. Ανατολικά, από τον Εύηνο ποταμό και μέρος της κτημ. περιφ. του Δήμου Θέρμου που ανήκει στην επαρχία Τριχωνίδας,  κι από βορρά, βρέχεται από τις λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχεία.

Στη Μακρυνεία ανήκουν 25 οικισμοί με πληθυσμό από 50 έως 3.000 περίπου κατοίκους, ήτοι 600 κάτοικοι ανά οικισμό κατά μέσο όρο.
Στο κέντρο της Μακρυνείας βρίσκεται η Γαβαλού, μια κωμόπολη (κεφαλοχώρι) με πληθυσμό 3.000 περίπου κάτοικοι.
Τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 60΄η Γαβαλού αποτελούσε το εμπορικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής και υπήρχαν εκεί, οι περισσότερες σχεδόν απ’ τις δημόσιες υπηρεσίες. Στο Γυμνάσιο της Γαβαλούς φοίτησαν οι δυό μας φίλοι μέχρι και την ΣΤ΄ Τάξη.
Πάντα τους έβλεπες μαζί, έδειχναν ν’ αγαπιούνται σαν αδέρφια, ίσως και περισσότερο και οι οποίοι σχεδίαζαν από κοινού το μέλλον τους. Συχνά ερωτεύονταν τις όμορφες μαθήτριες, που έβαζαν στο μάτι και κάθε φορά που εισέπρατταν την άρνηση της μιας, αμέσως ερωτευόταν την επόμενη. Τότε, τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά κι οι κοπέλες, αν κι εκείνων η καρδούλα τους χαρδάκιζε, για έρωτα κι αγάπες δεν ενέδιδαν εύκολα στα καλέσματα των αγοριών. Οι περισσότερες εξ αυτών, να μην πω σχεδόν όλες, φύλαγαν την παρθενιά τους για την πρώτη νύχτα του γάμου τους!
Τα ερωτικά παιχνίδια περιοριορίζονταν στα αθώα φλερτ, στις κλεφτές ματιές, στα χαμόγελα, στα ερωτικά ραβασάκια, άντε κάπου – κάπου κανένα τρυφερό χάδι και σπανιότερα κανένα φιλάκι στα μουλωχτά.
Θυμάμαι τη μάνα μου που συχνά συμβούλευε τις (4) τέσσερες  αδελφές μου: Προσέξτε κακομοίρες μου, να μη σας γελάσει κανένα παλιόπαιδο …
Τα μάτια σας να τα έχετε δέκα τέσσερα ! Είμαστε φτωχοί άνθρωποι, η προίκα η δική σας είναι τα νιάτα σας, η ομορφιά και η τιμή σας ! Αν χάσετε την τιμή σας, τότε κρίμα στα νιάτα και στην ομορφιά σας θα μείνετε για πάντα στο ράφι ντροπιασμένες και ταπεινωμένες για όλη   σας τη ζωή. Τα ίδια περίπου έλεγαν και οι άλλες μανάδες στα κορίτσια τους, γι’ αυτό κι οι φίλοι μας, ενώ έβλεπαν μπόλικο λάδι … από τηγανίτα τίποτα.  … Τότε, η μεταφορά των μαθητών, προς και από το Γυμνάσιο, γινόταν με τρεις τρόπους. Οι μαθητές των πλησιέστερων οικισμών, που απείχαν απ’ τη Γαβαλού 2 –7 χλμ. πηγαινοέρχονταν στο Γυμνάσιο με τα πόδια. Όσοι έμειναν σε απομακρυσμένα χωριά, που απείχαν 10-15 χλμ., έπαιρναν το υπεραστικό λεωφορείο της γραμμής, εφ’ όσων οι γονείς τους είχαν την οικονομική δυνατότητα, ενώ δεν ήταν και λίγοι οι μαθητές, που πηγαινοέρχονταν με τα πόδια. Ναι, υπήρξαν εκείνα τα χρόνια μαθητές, που καθημερινά γινόταν Μαραθωνοδρόμοι, για να μπορέσουν να μάθουν γράμματα και να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία, κ’ η αλήθεια είναι, πως τα παιδιά αυτά τα ταλαιπωρημένα προόδευσαν περισσότερο στη ζωή τους. Υπήρξαν κι αρκετοί μαθητές που χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά τους το ποδήλατο. Οι δυό μας φίλοι, ο Ανδρέας κι ο Βασίλης στο πήγαινε - έλα για το σχολείο, καθημερινά διένυαν απόσταση 24 χλμ. Οι κάτοχοι ποδηλάτων θεωρούταν προνομιούχοι, γιατί δεν ήταν κι εύκολο τότε ν’ αγοράσει κανείς ποδήλατο. Ο πατέρας του Βασίλη, για τον γιό του,   είχε αγοράσει ένα ολοκαίνουργο ποδήλατο, που του στοίχισε 2.000 δρχ. , ενώ ο πατέρας του Ανδρέα, που είχε πολλά παιδιά και περισσότερες υποχρεώσεις, του αγόρασε ένα μεταχειρισμένο κι έδωσε 900 δρχ. κι αυτά τα πλήρωνε σε δόσεις. Συχνά του χάλαγε στο δρόμο κι ο καημένος   ο Ανδρέας έπιανε την άκρη κι ώρες ολόκληρες προσπαθούσε να το επισκευάσει. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα για όλους. Παντού υπήρχε φτώχεια κι εξαθλίωση. Τα δυο αγόρια είχαν φτάσει ήδη στην ΣΤ΄ Τάξη, στην αντίστοιχη πρώτη Λυκείου σήμερα, και φορούσαν ακόμη κοντό παντελονάκι, πάνινα λινά παπούτσια, χοντρές μάλλινες κάλτσες  να μην κρυώνουν τα γυμνά τους πόδια, που τις έπλεκε η δόλια  η μάνα, ένα χοντρό μάλλινο πουλόβερ και πάνω απ’ αυτό το ντρίλινο σακάκι.  Στο κεφάλι τους, που ήταν ξυρισμένο γουλί, σε στιλ Γιούλ Μπρίνερ (Αμερικανός ηθοποιός του Χόλυγουντ), φορούσαν το σχολικό πηλίκιο,  με το σήμα μπροστά της κουκουβάγιας, κατασκευασμένο από μάλλινη τσόχα ή κασμίρ, ανάλογα με την ποιότητα, και σε μπλε χρώμα.
Οι φίλοι μας ήταν επιμελείς μαθητές και κατά βάθος καλοί χαρακτήρες, όμως, σαν παιδιά ήταν ζωηρά και δεν ήταν λίγες οι σκανδαλιές που έκαναν. Στην ΣΤ΄ Τάξη αποβλήθηκαν τρεις φορές και το συμβούλιο των καθηγητών, τους χάλασε τη διαγωγή, τους την έκανε Κοσμία από Κοσμιοτάτη … Ποια ήταν τα εγκλήματά τους; Θα τα δούμε στη συνέχεια. Στη Τάξη τους, οι μαθήτριες είχαν πιάσει τα μπροστινά θρανία και τ’  αγόρια  τα πίσω. Ο Ανδρέας κι ο Βασίλης έπιασαν ένα θρανίο ακριβώς πίσω απ’ τις μαθήτριες. Μπροστά τους καθόταν οι δυό καλύτερες μαθήτριες της τάξης, και γιατί όχι, και οι πιο όμορφες!
Η Μαρία Δημητροκάλη και η Μαρία Κανελλίδου με τις μακριές και κατάμαυρες κοτσίδες τους, που απλωνόταν με χάρη κι ακουμπούσαν πάνω στο θρανίο των δύο φίλων. Στο μάθημα των ελληνικών, κάποια στιγμή ο Ανδρέας άρχισε να παίζει με την κοτσίδα της Δημητροκάλη,  που καθόταν μπροστά του, τον είδε ο Βασίλης κι άρχισε κι εκείνος να κάνει το ίδιο με την κοτσίδα της Κανελλίδου. Τους ξέπλεκαν τις κοτσίδες κι εκείνες ούτε που το καταλάβαιναν. Τότε ο Ανδρέας πήρε μια κορδέλα κι έδεσε και τις δύο κοτσίδες μαζί κάνοντας έναν πολύ όμορφο φιόγκο ! Όμως, για κακή του τύχη την ίδια στιγμή ο φιλόλογος της Τάξης φώναξε τη Μαρία Δημητροκάλη να πάει στον πίνακα και να διαβάσει την έκθεσή της, γιατί όπως είπε, είχε γράψει την καλύτερη. Όταν πήγε να σηκωθεί η Μαρία τα δυό κεφάλια των κοριτσιών τινάχθηκαν στον αέρα κι ακούστηκε συγχρόνως ένα αχ, κι απ’ τις δυό. Όλη η τάξη λύθηκε απ’ τα γέλια, μόνο οι δυό ένοχοι δε γελούσαν, γιατί ήξεραν τι τους περίμενε...
- Για πες μου Ανδρέα, αυτό το αστείο εσύ το έκανες ;
- Όχι κύριε καθηγητά, είχα την προσοχή μου στην παράδοση του μαθήματος και δεν αντελήφθην τι ακριβώς συνέβη.
- Τότε Βασίλη σίγουρα το έκανες εσύ …
- Όχι κύριε καθηγητά εγώ είχα ακουμπισμένο το πρόσωπό μου στο θρανίο και δεν είδα τίποτα. Ξέρετε, σήμερα έχω ισχυρό πονοκέφαλο.
Ο καθηγητής ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπο του Βασίλη και στη συνέχεια ακούστηκε να λέει : Το βλέπω παιδί μου, ψήνεσαι στον πυρετό… Την άλλη μέρα το πρωί ο Γυμνασιάρχης απ’ τον εξώστη του ανωγείου ορόφου, με τον οξύ τόνο της φωνής του, που θύμιζε τον αργότερα δικτάτορα Παπαδόπουλο, ακούστηκε να λέει: Οι μαθητές της ΣΤ΄ Τάξεως Ανδρέας Σκανδαλάκης και Βασίλειος Τολμηρούλης αποβάλλονται επί τριήμερον, δι’ ανάρμοστον συμπεριφορά εις βάρος συμμαθητριών των. Μετά το πέρας της ποινής των να προσέλθουν μετά των κηδεμόνων των …..
Δεν πέρασε μια εβδομάδα και λίγο έλλειψε ο Ανδρέας να αποβληθεί εκ νέου. Στο διπλανό θρανίο καθόταν η Ξανθή, μια μαθήτρια με πολύ όμορφο προσωπάκι και κατάμαυρα σπινθηροβόλα μάτια.
Ο Ανδρέας την κοίταζε επίμονα και της χαμογελούσε με νόημα…
Εκείνη, ενώ στην αρχή ανταποκρινόταν έστω και με ντροπαλά χαμόγελα και κλεφτές ματιές, στη συνέχεια χαμήλωνε το βλέμμα της κι έπαιρνε το σοβαρό της ύφος, κάνοντας πως δε θέλει. Στο διάλλειμα η Ξανθή έμεινε τελευταία, το ίδιο κι ο Ανδρέας, κι ενώ προχωρούσαν αργά και οι δυό τους προς την έξοδο ο Ανδρέας έκανε   ένα βήμα μπροστά και στάθηκε στο μέσον της πόρτας για να ελέγχει το διάδρομο και ξαναμμένος όπως ήταν και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, της έπιασε το χέρι και την κοίταξε με το λάγνο βλέμμα του κατάματα ... Η Ξανθή κοκκίνισε ολόκληρη κι άρχισε να τρέμει … Ο Ανδρέας φοβήθηκε και ήταν έτοιμος να το βάλλει στα πόδια, όμως,   απ’ την απέναντι αίθουσα, εκείνη τη στιγμή έβγαινε η καθηγήτρια της φυσικής, μια νέα γυναίκα γύρω στα τριάντα, αρκετά όμορφη και μοντέρνα, η οποία όταν τους είδε πήγε προς το μέρος τους.
– Ανδρέα, τι κάνετε εδώ εσείς οι δυό ;
- Δεσποινίς, έδειχνα στη Ξανθή μια άσκηση των Μαθηματικών ….
Η καθηγήτρια μάλλον δεν τον πίστεψε και ρώτησε και τη Ξανθή.
Εκείνη τα είχε χαμένα και της είπε πως διάβαζε στον Ανδρέα την έκθεσή της …
– Μα εκείνος, μου είπε, πως σου έλυνε μια άσκηση των μαθηματικών.
– Ναι, πρώτα μου έδειξε την άσκηση και μετά του διάβαζα την έκθεση.
Η καθηγήτρια πλησίασε τον Ανδρέα τον τσίμπησε στο μάγουλο και του είπε χαμογελαστά και σιγανά.
–Είσαι καλός μαθητής, αλλά εδώ που τα λέμε, είσαι και πολύ κωλόπαιδο. Του έκλεισε το μάτι με νόημα κι έφυγε βιαστικά. Ο Βασίλης περίμενε τον Ανδρέα στο προαύλιο και μόλις τον είδε, γεμάτος αγωνία έτρεξε προς το μέρος του κι άρχισε να τον ρωτάει …
- Τι έγινε ; Τη χούφτωσες ; Τι χούφτωσες ;
- Άσε ρε φίλε, αυτή μόλις της έπιασα το χέρι και πήγα να της μιλήσω κοκκίνισε κι έτρεμε ολόκληρη!
– Αυτό ρε μάγκα μου, είναι καλό ! Σημαίνει ότι γουστάρει το κορίτσι …  έτσι λοιπόν, χτυπάει η καρδούλα της … Α, ρε τυχερέ !
-  Άσε ρε μαλάκα, πλάκα μου κάνεις ; Στο τσακ τη γλυτώσαμε, μας είδε    η καθηγήτρια.
- Ρε αυτή η καθηγήτρια είναι πολύ εξηγημένη, άλλωστε είναι και Πειραιώτισσα, πολύ τύπισσα η κυρία και δείχνει να σε συμπαθεί …
- Αυτό είναι αλήθεια, πράγματι με συμπαθεί ! Θυμάσαι πέρσι στην εκδρομή που κάναμε με το σχολείο στο Αίγιο ; Το βράδυ που πήγαμε   στο Λόγγο για φαγητό, έβαλε κάποιος στο ηλεκτρόφωνο ένα δίσκο με βαλς, κι εκείνη ζήτησε κάποιον από μας, να τη χορέψει.
– Ναι, το θυμάμαι … και τη χόρεψες εσύ, αν δεν κάνω λάθος.
– Ε, λοιπόν την ώρα που χορεύαμε, κάποια στιγμή που έτυχε ν’ ακουμπήσω το στήθος της, ένιωσα να τρελαίνομαι και την έσφιξα δυνατά στην αγκαλιά μου, την κράτησα εκεί περισσότερη ώρα απ’ ότι απαιτούσε ο ρυθμός του χορού κι η ρουφιάνα το κατάλαβε.
Στην αρχή ξαφνιάστηκε κι είδα να με καρφώνει με το βλέμμα της,  φάνηκε πως ενοχλήθηκε, όμως στη συνέχεια που έστρεψε το πρόσωπό της, παρατήρησα πως χαμογελούσε, μάλλον έκανε πλάκα μαζί μου και  το απολάμβανε, γι’ αυτό σήμερα με είπε κωλόπαιδο, τώρα καταλαβαίνω. Τα φιλαράκια μας όμως, δεν είχαν μόνο το μυαλό τους στα μαθήματα και στις όμορφες συμμαθήτριές τους, είχαν και τα χόμπι τους ...
Έπαιζαν ποδόσφαιρο με τις ώρες στις αλάνες του χωριού και τις Κυριακές πήγαιναν στο Αγρίνιο να δουν την αγαπημένη τους ομάδα τον Παναιτωλικό. Μεγάλη αδυναμία έτρεφαν επίσης και για τον κινηματογράφο. Το Αγρίνιο τότε είχε πολύ όμορφους κινηματογράφους !
Το «Αττικόν», το «Παλλάς», το «Ιντεάλ» ήταν χειμερινοί, ενώ το «Ελληνίς» και το «Ριάλτο» θερινοί. Το «Ελληνίς» εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα και μάλιστα εν ενεργεία !
Πόσες και πόσες ταινίες δεν είδαν σ’ αυτούς τους κινηματογράφους …
Από τις μεγάλες εποποιίες, όπως, «Ο Σπάρτακος», «Μπεν Χούρ», «Τα κανόνια των Ναβαρόνε», «Ιβάν ο Τρομερός», «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» και τόσες άλλες. ….  Τότε στους κινηματογράφους έπαιζαν και πολλά Γουέστερν με τους γίγαντες της μεγάλης οθόνης Τζων Γουέιν, Κερκ Ντάγκλας, Κάρυ Κούπερ, Έντυ Μόρφυ …
Όμως, πώς να ξεχάσεις τις υπέροχες δραματικές και κωμικές ταινίες εκείνης της εποχής, τότε που ο κινηματογράφος βρισκόταν στις δόξες του !    Μπορείς να ξεχάσεις τα ιερά τέρατα της 7ης Τέχνης, όπως, τους : Μάρλον Μπράντο, Πωλ Νιούμαν, Αλέν Ντελόν, Τόνι Κέρτις, Ζαν Πωλ Μπελμοντό Πήτερ Ο΄Τουλ, Ομάρ Σαρίφ, Άλεκ Γκίνες, Άντονι Κουίν, Πίτερ Ουστίνοφ κι απ’ τις γυναίκες ηθοποιούς, τις :  Σοφία Λόρεν, Τζίνα Λολομπριτζίτα, Λιζ Τέιλορ, Ρόμι Ζνάιντερ , Ζακλίν Μπισσέ, Λόρενς Ολιβιέ, Ναταλί Γουντ, Ούρσουλα Άντρες, Μπριζίτ Μπαρτό και τόσες άλλες …
Ίσως, αγαπητοί μου κύριοι και χαριτωμένες μου κυρίες αναρωτηθείτε, που εύρισκαν τα χρήματα αυτοί οι δυο απίθανοι νεαροί και δεν έχαναν καμιά κινηματογραφική ταινία και κανέναν αγώνα του Παναιτωλικού ;   Κατ’ αρχήν στον Παναιτωλικό δεν πλήρωναν ποτέ τους εισιτήριο, πάντα την έβγαζαν ανέξοδα. Έφθαναν στο γήπεδο μια ώρα νωρίτερα, πριν την έναρξη του αγώνα και πήγαιναν απ’ το πίσω μέρος, όπου υπήρχε ένα στενό δρομάκι και σαν πίθηκοι σκαρφάλωναν στο μαντρότοιχο!
Μαζί τους έφερναν και τα απαραίτητα σύνεργα, ένα μικρό σφυρί, μια πένσα, 4 -5 μεγάλες πρόγκες και δυό προβιές, από μία για τον καθένα.    Έμπηχναν, κτυπώντας με το σφυρί τις πρόγκες στον μαντρότοιχο, που είχε ύψος 3-4 μέτρα και σκαρφάλωναν. Στο σινάζι του μαντρότοιχο ήταν μπηγμένα σπασμένα γυαλιά και σε μικρούς κάθετους πασσάλους υπήρχε αγκαθωτό σύρμα … Τα παιδιά μας, με την πένσα έκοβαν το σύρμα και με το σφυρί έσπαζαν τα γυαλιά … καθάριζαν με μικρό σκουπάκι τις θέσεις τους, έστρωνε καθένας την προβιά του και στη συνέχεια  καθόταν με την ησυχία τους κι έβλεπαν τον αγώνα. Πολλές φορές πήγαιναν εκεί αστυνομικοί να τους διώξουν αλλά αυτοί δεν κατέβαιναν με τίποτε, άλλωστε κ’ οι αστυνομικοί  δεν επέμειναν για να μην προξενήσουν κανένα ατύχημα. Κάποια μέρα τους είδε από την κερκίδα των επισήμων ο πρόεδρος της ομάδας ο αείμνηστος Καραθανάσης. Στο ημίχρονο πήρε μαζί του δυό υπαλλήλους και πήγε στο σημείο που βρισκόταν..
– Γιατί παιδιά ανεβαίνετε εκεί πάνω και δεν πηγαίνετε στις κερκίδες του γηπέδου ;  Δεν ξέρετε, ότι αν πέσετε από εκεί υπάρχει κίνδυνος να κτυπήσετε ή να πάθετε ακόμη χειρότερα ;
- Κύριε Πρόεδρε, αγαπάμε πολύ τον Παναιτωλικό μας, ερχόμαστε με ποδήλατα απ’ τη Μακρυνεία για να δούμε την ομάδα μας, όμως δεν έχουμε χρήματα να πληρώσουμε εισιτήριο κι όπως βλέπετε βρήκαμε αυτή εδώ τη λύση ….
– Τώρα, αυτή τη στιγμή κατεβείτε από κει κι ελάτε στη θύρα 14, αυτοί εδώ οι υπάλληλοι που βλέπετε θα σας βάζουν στο γήπεδο χωρίς εισιτήριο, μέχρι που θ’ αποκτήσετε δικά σας χρήματα …
Τα φιλαράκια μας, αφού ευχαρίστησαν τον πρόεδρο, αποχώρησαν από  το γήπεδο εκείνη τη μέρα ευχαριστημένοι και μάλιστα διπλά. Η ομάδα τους κέρδισε απ’ τη μια κι απ’ την άλλη κατάφεραν με την καπατσοσύνη τους  να βλέπουν για ένα ακόμη ολόκληρο χρόνο τους αγώνες δωρεάν.

Συνεχίζεται ……….

Δεν υπάρχουν σχόλια: