Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο Θάνατος κι ο ΄Ερωτας στη ζωή και στο έργο του Κωστή Παλαμά - Της Μαριλένας Βελάνα

"Πρέπει να πάς στο Μεσολόγγι Κωστάκη, εκεί πρέπει να πας. Οι Παλαμάδες έχουν κάνει πατρίδα τους το Μεσολόγγι εδώ και πολλά χρόνια τώρα. Εκεί ο προπάππους σου ίδρυσε την Παλαμαία Ακαδημία, εκεί είναι τα σπίτια μας" ....
"Θα πάμε μαζί"; ρώτησε το μικρό αγόρι.
Ο Μιχάλης, ο πατέρας του Κωστή, χαμήλωσε το βλέμμα και προσπάθησε να συγκρατήσει τον πόνο και τα δάκρυα.
Αγκάλιασε το γυιό του για να αποφύγει τη ματιά του. Δεν άντεξε όμως. Το ερειπωμένο στήθος του συγκλονίστηκε από λυγμούς και τα δάκρυα κύλησαν ποτάμι.
Ο μικρός Κωστής ξέσπασε κι αυτός σε κλάμα, νοιώθοντας πως αυτή είναι η στερνή στιγμή του αποχαιρετισμού με τον πατέρα του. Ο Μιχάλης Παλαμάς πέθανε στις 11 Φεβρουαρίου 1865, από φυματίωση μόλις επτά μέρες μετά τα σαράντα της γυναίκας του, αφήνοντας πίσω του 3 πεντάρφανα αγόρια.
Είχε προηγηθεί ο θάνατος της μάννας, Πηνελόπης, πάνω στη γέννα. Ο μικρός Κωστής, κλεισμένος στο δωμάτιο του σπιτιού του στην Πάτρα, σφίγγει τα χεράκια του από αγωνία και περιμένει να ακούσει το κλάμα του καινούργιου του αδερφού για να τρέξει να φωλιάσει στην αγκαλιά της μάννας. Αντί γι΄αυτό, μια νεκρική σιγή απλώθηκε στο σπίτι και τα χέρια της ψυχοπαίδας της Κωνσταντίνας άνοιξαν για να αγκαλιάσουν το μικρό παιδί που μέσα σε λίγα λεπτά βρέθηκε στο σπίτι του γείτονα να κοιτάζει μέσα απ΄ το παράθυρο το δικό του σπίτι και να αρνείται να πιστέψει πως η μάννα του, ο πιό δικός και αγαπημένος του άνθρωπος, που τόσο τη χρειαζότανε για να μεγαλώσει και να μεστώσει, χάθηκε για πάντα.
Την άλλη μέρα, μέσα απ΄ το ίδιο παράθυρο παρακολουθούσε το φέρετρο να βγαίνει απ΄ το σπίτι τους κι από πίσω οι μαυροφορεμένοι συγγενείς ίσα-ίσα που διακρίνονταν μέσα απ΄ το χιόνι που έπεφτε πυκνό και κρύο σαν σάβανο.......
Πρώτη μου επαφή με τον ποιητή στα πρώιμα χρόνια του δημοτικού μέσα απ΄ τις σελίδες του αναγνωστικού, τότε που μεγάλες γιορτές, εθνική παράδοση και οικογενειακή θαλπωρή, ήταν ότι είχε ανάγκη η ψυχή ενός παιδιού.
Αχ! αχ!, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
Που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Τα ποτηράκια  ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
Γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!»
Πάντα με κέντριζε η ιδέα να μάθω όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα για τη ζωή του μεγάλου Κωστή Παλαμά. Να καταλάβω αν τελικά ο πόνος είναι μια ατομική διαδικασία ή μυστήριο που μας αποκαλύπτει άλλες πτυχές της ζωής . Πάσχω-πονώ-άρα υπάρχω, όπως έλεγε ο Ντοστογιέφκι και για τον Παλαμά, όπως κατέδειξε ο βίος του, ήταν αμείλικτα αναγκαίο να επιβεβαιώνει αυτό το τρίπτυχο αλλά και να αυτο-επιβεβαιώνεται μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, μέσα από το έργο του.
---------------------
Ο Κωστής Παλαμάς, γιος του Μιχαήλ και της Πηνελόπης γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου του 1859, δεύτερος μετά τον Χριστάκη (1849-1925) ενώ ακολούθησε ο Νίκος (1861). Το 1866 εγκαταστάθηκε μαζί με τον αδελφό του Χριστάκη στο σπίτι του θείου τους Δ.Ι.Παλαμά στο Μεσολόγγι. Το 1875 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Μεσολογγίου με βαθμό “Κάλλιστα” και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1887 παντρεύτηκε τη συνομίληκή του Μαρία Βάλβη. Απέκτησαν τρία παιδιά, τη Ναυσικά (1888), τον Λέανδρο (1891) και τον Άλκη (1894).
Ο Άλκης, ήταν η μεγάλη αδυναμία της ζωής του Παλαμά. Αγαπούσε βεβαίως και τη Ναυσικά και τον Λέανδρο, αλλά ο Άλκης ήταν πιο όμορφος κι από αγγελούδι. Η μηνιγγίτιδα χτύπησε στην αρχή σαν ένα απλό κρυολόγημα. Ο οικογενειακός γιατρός, ο Παπαγιάννης, διαβεβαίωνε τους γονείς ότι με λίγα φάρμακα και καλό φαί όλα θα περάσουν. Το παιδί μέρα με τη μέρα χειροτέρευε ώσπου σε μιά βδομάδα έσβησε. Ήταν 24 Φλεβάρη 1898. Η μάννα παραλόϊσε, κοίταζε μα δεν έβλεπε. "Ο Άλκης μου κοιμήθηκε, μην κάνετε θόρυβο και μου ξυπνήσετε το αγγελούδι μου" έλεγε για μέρες πολλές μετά την ταφή του παιδιού στον οικογενειακό τάφο των Βάλβηδων στο Α΄ Νεκροταφείο.
Ο Θάνατος λοιπόν, συνυφασμένος και ενσωματωμένος μέσα στο κύτταρο του Παλαμά, ήταν ο λόγος να γραφτούν όλες οι ελεγείες με σημαντικότερη όλων τον "Τάφο", που έγραψε κοιτώντας την φωτογραφία του Άλκη πάνω στο γραφείο του:
Άφτιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε σε δίνω.
Στάσου με τ’ ανθόνερο την όψη σου να πλύνω.
Το χρυσό το χτένισμα με τα χρυσά τα χτένια,
Πάρτε απ΄ τη μανούλα σας μαλλάκια μεταξένια.
Μήπως και του Χάροντα καθώς θα σε κυττάξει,
Του φανείς  αχάιδευτο και σε παραπετάξει!
Στο ταξίδι που σε πάει ο μαύρος καβαλάρης,
Κύτταξε απ’ το χέρι του, τίποτε να μην πάρεις.
Κι αν διψάσεις μην το πιείς από τον κάτου κόσμο
το νερό της αρνησιάς, φτωχό κομμένο δυόσμο!
Μην το πιείς κι ολότελα κι αιώνια μας ξεχάσεις...
βάλε τα σημάδια σου το δρόμο να μη χάσεις,
κι όπως είσαι ανάλαφρο, μικρό σα χελιδόνι,
κι άρματα δε σου βροντάν παλικαριού στη ζώνη,
κύτταξε και γέλασε της νύχτας το σουλτάνο,
γλίστρησε σιγά – κρυφά και πέταξ’ εδώ πάνω,
και στο σπίτι τ’ άραχνο γυρνώντας, ω ακριβέ μας,
γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησέ μας!
Πόση οδύνη και πόσος θρήνος μπορούν να χωρέσουν σε λίγες στροφές; Και γιατί αυτός ο μεγάλος, ο εθνικός μας ποιητής, που έφτασε το όνομά του μέχρι τη Σουηδική Ακαδημία , για υποψήφιος του Νόμπελ, γιατί δεν κατάφερε να χωνέψει το αναπόδραστο του θανάτου; Πόσο το έργο του επηρεάστηκε απ’ αυτή τη πληγή, που σύμφωνα με όλους τους βιογράφους του, έχαινε ως την ημέρα του θανάτου του, στις 27 Φεβρουαρίου του 1943;
Το 1897 διορίστηκε γραμματέας του Πανεπιστημίου από όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1928. Μετά το γάμο του έζησε συνεχώς στην Αθήνα, σε ενοικιαζόμενο σπίτι στην οδό Ασκληπιού 3, και από το 1935 στην Περιάνδρου 5 στην Πλάκα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου 1943. Η πάνδημη κηδεία του ήταν συγχρόνως μία εκδήλωση αντίστασης στη γερμανική κατοχή.
Ο Παλαμάς συνεργάστηκε με τα σημαντικότερα έντυπα της εποχής του, την Εφημερίδα του Κορομηλά, τα έντυπα του Βλάση Γαβριηλίδη (Ραμπαγάς, Μη Χάνεσαι, Ακρόπολις), τα περιοδικά Εστία, Τέχνη, Το περιοδικόν μας, Νουμάς, Παναθήναια κ.λπ.
Υπηρέτησε με συνέπεια τη δημοτική γλώσσα με το έργο και τη στάση του και αποτέλεσε για δεκαετίες το επίκεντρο του ελλαδικού δημοτικισμού, χωρίς να θυσιάζει τη γλώσσα και την τέχνη χάριν μιας τεχνητής κατασκευής,. Το 1908 δέχτηκε “επιτίμησιν” από τον υπουργό Παιδείας γιατί διακήρυξε ότι “ο δημοτικισμός είναι η αρετή του”. Το 1911 μετά από αντιδράσεις φοιτητών και βουλευτών εναντίον του κατά τη συζήτηση του γλωσσικού στη Βουλή, παύθηκε για ένα μήνα από τη θέση του.
Στο ποιητικό του έργο που ξεπερνά τις είκοσι συλλογές, κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης, το πνεύμα της οικουμενικότητας του πολιτισμού. Σταθμοί στην ποιητική δημιουργία του θεωρούνται "Ο Δωδεκάλογος  του Γύφτου" και "Η Φλογέρα του βασιλιά" γραμμένα στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας.
Ξεχωριστή όμως θέση καταλαμβάνει ο "Ολυμπιακός Ύμνος", που αποτελεί τον επίσημο ύμνο των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, μελοποιημένο από τον Σαμαρά:
Αρχαίον Πνεύμα Αθάνατο, αγνέ πατέρα
Του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψ’ εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού.
Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ’ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.
Κάμποι, βουνά, και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίον Πνεύμα Αθάνατο, κάθε λαός.
Το έργο του απέραντο και οικουμενικό, καλύπτει όλο τα φάσμα του γραπτού λόγου: ποιήματα, κριτικές μελέτες, διηγήματα, θεατρικά έργα, δημοσιογραφία, αρθρογραφία και πολλές μεταφράσεις ξένων διανοητών. Το ταλέντο του αναμφισβήτητο και υπό μελέτη ακόμα και σήμερα, 66 χρόνια μετά τον θάνατό του.
Πολλά έχουν γραφτεί για το ρόλο που έπαιξε ο Έρωτας στη ζωή και το έργο του Παλαμά. Αν το εξετάσουμε και μέσα απ’ αυτό το πρίσμα θα δούμε ότι όχι μόνο υπήρξε κινητήριος δύναμη αλλά προσέδωσε και μια δεύτερη άνθηση στα πονήματά του κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του.
Η Μαρία Βάλβη, η γυναίκα του, ήταν συνομίληκή του και επί μακρόν οικογενειακή φίλη, πριν ο Παλαμάς ενδώσει στον έρωτά της και συμφωνήσει να την παντρευτεί. Την αγάπησε σαν σύντροφο και μητέρα των παιδιών του, σαν τον άνθρωπο που αφοσιωμένα και συνειδητά ανέλαβε όλο το βάρος της καθημερινότητας ,ώστε να μπορέσει ο ίδιος να αφοσιωθεί αδιάσπαστος στο πνευματικό του έργο. Δεν την ερωτεύθηκε όμως ποτέ. Δεν έσπασε η ψυχή του στο άγγιγμά της, δε σκίρτησε η καρδιά του απ’ τον ίσκιο της ζήλειας, αυτού του σαρακιού που συνοδεύει πάντα τις δυνατές αγάπες. Δεν εμπνεύστηκε απ’ τη μορφή της ούτε ένα στίχο, παρά μόνο εκείνους που της αφιέρωνε κάθε φορά που μια καινούργια του απιστία έβγαινε στο φώς και οι οποίοι αποτιμώνται ως ήσσονος λογοτεχνικής αξίας σε σχέση με το υπόλοιπο έργο του. Η Μαρία αντιμετώπισε με απαράμιλλη στωικότητα, σχεδόν με μεγαλωσύνη όλες τις σχέσεις του ποιητή. Όσο ήταν ακόμα νέα, θύμωνε και έκανε σκηνές που κάθε ερωτευμένη σύζυγος, ειδικά εκείνη την εποχή, θα έκανε. Δεν δίστασε να εκφράσει την οργή της ακόμα και μπροστά σε επιφανείς διανοούμενους, φίλους του ζεύγους, γεγονός που σε μερικές περιπτώσεις έφερε τη ρήξη τους με τον ποιητή.
Ο Παλαμάς όμως ήξερε πώς η δική του έμπνευση πυροδοτείτο μόνο απ’ το μεγάλο πόνο και τον απελπισμένο έρωτα. Και λέω απελπισμένο, διότι καμία από τις σχέσεις του δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει έστω κι αν δεν ήταν ήδη παντρεμένος. Η τεράστια αντίφαση ήταν κατ’ αρχήν η ηλικία των μουσών του. Οι περισσότερες είχαν την ηλικία της κόρης του ή και μικρότερες.
Στις πρώτες δεκαετίες του 20ουαιώνα, ο άντρας έπρεπε να είναι μεγαλύτερος από τη σύζυγο, απαγορευόταν όμως - κάτι σαν άτυπη κοινωνική συνθήκη- η διαφορά αυτή να υπερβαίνει το μέτρο. Ο Παλαμάς, αδιαφορώντας εντελώς για τέτοιες συνθήκες, παραδόθηκε στη γοητεία της νιότης, κόντρα στα στερεότυπα. Δεν υποχώρησε ούτε απέναντι στις σοβαρές αντιρρήσεις των παιδιών του, ούτε ακόμα κι όταν κατάλαβε ότι με τον Λέανδρο, το μεγάλο του γυιό έχασε οριστικά το παιχνίδι της επικοινωνίας, λόγω των ερωτικών του σχέσεων, ακόμα και στις δύσκολες τελευταίες οδυνηρές ώρες της ζωής του. Ο Λέανδρος ήταν στο προσκεφάλι του πατέρα του, μόνο και μόνο για να παρασταθεί στην αδερφή του Ναυσικά, η οποία μόνη και ασυντρόφευτη, περιποιήθηκε τους γονείς της ώς το τέλος, πιστή στον μεγάλο της έρωτα που ήταν ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός και οποίος είχε επιλέξει αντ’ αυτής την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ.
Ο Παλαμάς είχε ανάγκη τον έρωτα. Τροφοδοτούσε το πνεύμα του, που με τη σειρά του καθοδηγούσε την πένα του. Ήταν η σπίθα που δαύλιζε το είναι του και ξαφνικά αποκτούσε ρώμη και σφριγηλότητα, ένοιωθε ξανά νέος, κι ας τον πρόδιδαν οι ρυτίδες και τα άσπρα του μαλλιά. Οι γυναίκες τον θαύμαζαν και θεωρούσαν εξαιρετική εύνοια μία βεγγέρα στο σπίτι της Ασκληπιού, ή ένα περίπατο μαζί του στο Ζάππειο ή στη Δεξαμενή, που στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα υπήρξε τόπος συνάθροισης όλης της πνευματικής Αθήνας.
Αυτός ο θαυμασμός δεν αργούσε να μετατραπεί σε αγάπη που σε μερικές περιπτώσεις κράτησε αιώνια. Λέγεται ότι η Μυρτιδιώτισσα, η σπουδαία ποιήτρια και μητέρα του ηθοποιού Γιώργου Παππά, που χάθηκε πρόωρα, άφησε τον άνδρα της με το οποίο ζούσε στο Παρίσι, για τον ποιητή. Η Λιλή Ζηρίνη, η πρώτη γυναίκα του ακαδημαϊκού και τέως Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τσάτσου, έγινε ο παραλήπτης πολλών ερωτικών επιστολών του Παλαμά που έχουν εκδοθεί σε βιβλίο από το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά. Η Λιλή Ιακωβίδου υπήρξε επίσης μία από τις μούσες του, καθώς και η Ελενίτσα Κορτζά, κόρη του στρατηγού Γεωργίου Κορτζά, γνωστού για τη συμμετοχή του στη Μικρασιατική εκστρατεία.
Η Ελενίτσα, γοητευμένη απ’ τον ποιητή άρχισε να τον επισκέπτεται κάθε Δευτέρα και Παρασκευή στο "κελί" της Ασκληπιού, εκεί που ο Παλαμάς είχε τα βιβλία του και τα γραφτά του και κλεινόταν για να απομονωθεί και να γράψει, να σκεφτεί και να ονειρευτεί. Η Ελενίτσα σύντομα ονομάστηκε από τον ερωτευμένο ποιητή Ραχήλ. Ο Παλαμάς, είχε επηρεαστεί απ’ τον Γκαίτε που στα 75 του χρόνια ερωτεύθηκε παράφορα την δεκαοχτάχρονη Ούλρικεφον Λέβετζοφ την οποία αποκαλούσε Ραχήλ. Όταν η Ελενίτσα ρώτησε "γιατί Ραχήλ;" εκείνος της απάντησε με στίχους:
Γιατί Ραχήλ την έκραξα,
δεν ξέρω Δέσποινά μου.
Μπορεί έτσι την εικόνα της
να την κρατάω μπροστά μου.
Ο έρωτας της Ραχήλ και του Παλαμά ήταν τραγικός όχι μόνο λόγω των 40 χρόνων που τους χώριζαν αλλά και γιατί τους απειλούσε πάλι το φάσμα του θανάτου μια και η Ραχήλ ήταν φυματική. Η αρρώστια της την καθηλώνει στο κρεβάτι και αναγκαστικά σταματούν οι επισκέψεις στο κελί. Ο ποιητής τρελαίνεται και αποφασίζει να της γράψει. Της μιλάει για το Σέλλεϋ και τον Νίτσε και υποδουλώνει το πνεύμα της όπως υποδουλωμένος είναι κι αυτός στο δικό της άπιαστο όνειρο.
Όταν συνειδητοποιούσε το αταίριαστο αυτού του έρωτα που τον έκαιγε, έβρισκε λόγια τραγικά για τον εαυτό του: "Είμαι ένα μαγαζί ψιλικών που βρίσκεται από καιρό σε διάλυση και που δεν κατορθώνω να κλείσω τις πόρτες του...." Αυτός ο έρωτας κράτησε τέσσερα χρόνια και μόνο όταν η κατακραυγή του κόσμου έφτασε στο απροχώρητο και απείλησε τόσο τη οικογένεια Παλαμά όσο και την οικογένεια Κορτζά, τότε η Ραχήλ αποφάσισε να απομακρυνθεί αλλά πολύ διακριτικά.
Τελευταία σταγόνα δροσιάς στην άνυδρη σάρκα του η Στέλλα Διαλέτη, προγονή του Βασιλείου Διαλέτη, οπλαρχηγού του ΄21.
Η Στέλλα ήταν γειτόνισσα των Παλαμάδων στην οδό Ασκληπιού. Είχε εξαιρετική μόρφωση για εκείνη την εποχή που περιλάμβανε πιάνο, γερμανική και γαλλική γλώσσα. Επισκεπτόταν συχνά το σπίτι του ποιητή συνήθως για να διαβάσουν ξένη ποίηση ή λογοτεχνία και μερικές φορές να παίξει στο πιάνο της κόρης του Παλαμά, της Ναυσικάς, έργα κλασσικών συνθετών. Ο Παλαμάς, σχεδόν 70 και η Στέλλα λίγο πάνω από 20.
Η Στέλλα να ατενίζει την ανατολή της ζωής κι ο Παλαμάς να γέρνει προς τη δύση, μέσα σ’ ένα ισχνό κι αποκαμωμένο σώμα , απρόθυμο να υπακούσει στη σπιρτάδα των ματιών και τη σβελτάδα της σκέψης. Η Στέλλα τον θαυμάζει σε τέτοιο βαθμό που δέχτηκε να γίνει η ιέρειά του και η σκλάβα του. Τα γέρικα χέρια του χάιδευαν το κορμί της και την έκαναν να ανατριχιάζει. Λύρα στα δάχτυλά του που άγγιζαν τις χορδές της και της έδιναν ζωή.
"Είμαι γέρος" της έλεγε, "Εγώ βλέπω τα νιάτα της ψυχής σου. Η Λαϊδα σου είμαι, Ολύμπιε" του απαντούσε εκείνη. Κι εκείνος της έγραφε πύρινους στίχους :
«Η νύχτα προχωρεί. Είμαι μόνος. Στη νύχτα. Στη σιωπή. Στην παράκρουση. Στη διέγερση. Είμαι εγωιστής. Είμαι απαιτητικός. Θέλω εγώ ο περασμένος να περάσεις κι εσύ μαζί μου. Θέλω να προσκυνήσω τα γόνατά σου. Να σου προσκυνήσω τα χέρια σου. Την όψη σου. Τα πόδια σου. Να συρθώ. Να ολολύξω. Να βουβαθώ. Να σ’ αισθανθώ. Κοντά μου. Μα πολύ κοντά σου. Να σε σφίξω. Να σε προσκυνήσω. Και να σβήσω. Είμαι μόνος. Και μ’ αφήνεις. Μα δε σ’ αφήνω εγώ. Λόγια κοινά πρόστυχα ανεβαίνουν στα χείλη μου». (20 Οκτωβρίου 1930).
Θρήνος και πόθος, φωτιά και απόγνωση, πάθος και ήττα, συντριβή και υπεροψία, όλα μαζί κορυφώνονται σ’ ένα τραγικό συνοθύλευμα, που απορρέει απ’ την μεγάλη προπατορική αλήθεια: ο αδυσώπητος χρόνος , ο μεγάλος εχθρός του ποιητή, τον έχει οριστικά αποκλείσει απ’ τη μεγάλη γιορτή της σάρκας και τον οδηγεί σταθερά στο περιθώριο, σ’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί πιο κάτω "αρρώστια" και πράγματι, είναι αρρώστια. Όταν η ψυχή αποζητά να κοινωνήσει ηδονές, να κυλιστεί στην οδύνη του βασιλιά έρωτα, να πονέσει και να λατρέψει, να πληγώσει και να λατρευτεί, ώσπου να ενωθεί σε λυτρωτικό σμίξιμο με άλλα κορμιά, αλλά ο χρόνος τον έχει οδηγήσει αμετάκλητα στην κατάρρευση, τόσο αισθητική όσο και σωματική, τότε ομολογεί -άρα και αποδέχεται ότι "παραδίδεται στον εχθρό":
Είμαι άρρωστος. Μη σε τρομάζη ο λόγος. Είναι, φαίνεται, και η αρρώστια στοιχείο απαραίτητο της ζωής μου. Είναι η ανίκητη, η ακαταμάχητη εκείνη υπερευαισθησία σε όλες μας τις σκέψεις, τα αισθήματα, τα κινήματα. Στη συμπεριφορά μας. Στο φέρσιμο. Η υπερευαισθησία που κυριαρχεί, που μας καίει και που μας σέρνει. Τότε ένα πρόσωπο γίνεται το κέντρον, ο άξων του κόσμου. Τότε όλα μας εκεί συγκεντρώνονται. Τότε η ψυχή δεν ακούει τίποτε από τη λογική και από το συγκρατημό. Τότε το σώμα επαναστατεί. Η ψυχική μας κατάσταση το χτυπά, το δέρνει, του εγγίζει και τη φυσιολογική του ακεραιότητα• το παραδίδει στην παθολογία. Το πάθος φανερώνει όλα της ψυχής τα μαρτύρια.
Το πάθος φέρνει και όλες τις σωματικές αδιαθεσίες. Και αλλοίμονο σ’ εκείνον που ο φυσιολογικός του οργανισμός δεν αντέχει σε τέτοια χτυπήματα• τότε παραδιδόμεθα στον εχθρό, δεμένοι από εκείνον χειροπόδαρα. Και με όλη αυτή
την αξιοθρήνητη κατάσταση θέλομε να ταλαιπωρούμαστ’ έτσι• γιατί το θέλει ο πόθος• το ασύλληπτο αυτό μαρτύριο, η «βούλησις» στη γλώσσα του Σοπεγχάουερ, «ο βασιλεύς Ερως», αν θυμάσαι με τον ελληνικό αυτό τίτλο ένα του ποίημα από το γνωστό σου και συμπαθητικό σου Jean Lahor, τον ποιητή της Illusion με τα παθητικά του και τα ηδυπαθή εκείνα τραγούδια, τις λιτανείες του Έρωτος, «Chants de l’ Amour et de la Mort». (2 Νοεμβρίου 1932)
Η Στέλλα πέθανε από πλευρίτιδα στις 18 Γενάρη του 1935. Ήταν 28 χρονών. Ο Παλαμάς, ημιπληγικός ήδη, δεν έπρεπε να μάθει τίποτα. Η κόρη του η Ναυσικά ήξερε πως η κηδεία θα περνούσε κάτω απ’ το σπίτι τους. Έτρεξε και παρακάλεσε τους πονεμένους γονείς να αλλάξουν δρομολόγιο. Κι εκείνοι δέχτηκαν.
Ο Παλαμάς κλήθηκε να αποφασίσει -όχι χωρίς οδύνη- πώς θα διαχειριζόταν αφενός το μεγάλο δώρο που είναι η ίδια η ζωή και την προσωπική του προίκα, δηλ. το ταλέντο του. Κυνήγησε μια ζωή το φυγά έρωτα για να ξορκίσει το δίχτυ του θανάτου. Και τελικά ανάμεσα στη μέτρια ευτυχία και τον υψηλό πόνο προτίμησε το δεύτερο.
Μαριλένα Βελάνα

Πηγή: Δημοσιεύθηκε στο 26ο φύλλο της εφημερίδας "Τα νέα της Καψοράχης"

Δεν υπάρχουν σχόλια: