Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Η μαμή Αγαλιάκαινα

Του συνεργάτη μας Ανδρέα Μουντούρη. 
E-mail : a.moudouris@gmail.com

…. Εκείνα τα χρόνια στο χωριό, όταν έφθανε η ώρα του τοκετού, καμιά από  τις εγκυμονούσες γυναίκες δε γνώριζε, τι θα πει γυναικολόγος και μαιευτήριο.
 Οι περισσότερες απ’ αυτές γεννούσαν, όπου τύχαινε ! Για βοήθεια στη γέννα  φώναζαν τη μαμή του χωριού, η οποία συνήθως ήταν πρακτική. Στο χωριό μας θυμάμαι, είχαμε μαμή τη θεια- Αγαλιάκαινα . Τώρα θα με ρωτήσετε εσείς οι νεότεροι, το «Αγαλιάκαινα» από πού προέρχεται ; Θα σας πω, είναι πολύ απλό. Τότε τις περισσότερες γυναίκες στο χωριό απ’ τη στιγμή που παντρεύονταν, χάριν «Εθιμικού Δικαίου», δεν τους φώναζαν με το όνομά τους, αλλά με το όνομα του συζύγου. Γιώργο λέγανε το σύζυγο, Γιώργαινα φώναζαν και τη γυναίκα του, Ανδρέα το σύζυγο, Ανδρέϊνα τη γυναίκα του. Το βαπτιστικό της Αγαλιάκαινας ήταν Αγαλλιώ, τον άντρα της τον έλεγαν Γάκια από το «Γιώργος», έτσι κι αυτή, την είπαν «Αγαλιάκαινα». Πολλές γυναίκες, όπως σας είπα και στην αρχή γεννούσαν οπουδήποτε, γιατί μέχρι και τη στιγμή της γέννας εξακολουθούσαν να δουλεύουν !
Η μάνα μου, εμένα με γέννησε στο χωράφι μας, στο κάμπο. Μαζεύανε τη νύχτα καπνό με το φως του φεγγαριού, ήταν Καλοκαίρι, Αύγουστος μήνας. Όταν την έπιασαν οι πόνοι, ο πατέρας έτρεξε και πήρε μια καπνόρομπα, που έβαζαν  στις καλάθες, για να μη σκορπάνε τα φύλλα του καπνού, την έστρωσε σε μια αυλακιά ανάμεσα απ’ τις καπνόριζες κι αφού τη βοήθησε να ξαπλώσει, αυτός καβάλησε τη φοράδα κι έφυγε καλπάζοντας, να φωνάξει τη μαμή. Μέχρι  όμως, να επιστρέψουν αυτοί, η μάνα μου είχε ήδη γεννήσει ! Μόνη της κι αβοήθητη, κάνοντας μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να βγάλει τη μανδήλα της και να τη στρώσει με το ένα της το χέρι πάνω στην καπνόρομπα, με το άλλο χέρι της κρατούσε το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Σύρθηκε λίγο με την πλάτη της πάνω στο χώμα, για να κάνει χώρο, για το παιδί της κι αποκαμωμένη, όπως ήταν, αλλά με το χαμόγελο στα χείλη περίμενε, να έρθουν να τη βοηθήσουν ο άντρας της με τη μαμή. Το πρόσωπό της ήταν σκονισμένο και λερωμένο απ’ το χώμα και τη μαύρη κόλα του καπνού, προστέθηκε κι ο ιδρώτας απ’ την αγωνία και την υπερπροσπάθεια, κι όλα αυτά έγιναν λάσπη μουντζουρώνοντας το πανέμορφο πρόσωπό της ! Πονούσε πολύ, όμως ο πόνος ήταν γλυκός, και καθόλου δεν την ένοιαζε, ένιωθε πανευτυχής. Μόνη της χαμογελούσε καμαρώνοντας, για το γιό της. Επί τέλους μετά από πέντε κόρες, είχε κι ένα γιο. Μου τα διηγήθηκε αργότερα η ίδια, όταν μεγάλωσα κι άρχισα να καταλαβαίνω, μου έλεγε για τα βάσανα και τις ταλαιπώριες της. Ας αναπαύεται εν ειρήνη και νά ’ναι αγιασμένα τα χώματά της !
Μια μάνα τότε, μπορούσε να μεγαλώσει δέκα και δεκαπέντε παιδιά ακόμη, αν χρειαζόταν, σήμερα όμως, δυστυχώς δεκαπέντε παιδιά δε μπορούν, όχι να συντηρήσουν, αλλά να ανεχθούν, έστω  και για ελάχιστο χρόνο, μια μάνα ή έναν πατέρα !
Εκείνες τις μέρες στο χωριό γέννησε και η Λενιώ του Μαριολή. Ήταν πρωτάρα η καημένη και φοβότανε τη γέννα. Όταν της έσπασαν τα νερά έντρομη φώναξε τον άντρα της τον Κίτσο να τη βοηθήσει.
- Μη φοβάσαι Λενιώ μου, όλα θα πάνε καλά, ξάπλωσε εσύ στο κρεβάτι κι εγώ τρέχω να φωνάξω τη μαμή !
- Άδικο κόπο θα κάνεις Κίτσο μου, η Αγαλιάκαινα δεν είναι εδώ, είχε ένα τάμα στην Παναγιά την Προυσιώτισσα και πάει να προσκυνήσει τη χάρη Της !
- Τότε τρέχω να φωνάξω τον κουμπάρο μας το Σωτήρη, αυτός ξέρει απ’ αυτά … ξεγεννάει και τις πρατίνες του (προβατίνες).
- Κάνε άντρα μου, ότι μπορείς, γιατί υποφέρω η καψερή.
 Σαν έμαθε ο Σωτήρης, ο κουμπάρος, πως έσπασαν τα νερά της Λενιώς, έτρεξε πρόθυμα , για να βοηθήσει την κουμπάρα του. Σαπούνισε καλά τα χέρια του, γιατί ήταν από τις κοπριές και μετά αφού τα ξέπλυνε με ζεστό νερό, ανέλαβε υπηρεσία ……
- Κίτσου μ, ισύ θα κάνις, ότι σ’ λέου ιγώ.
- Ιντάξι κμπάριμ, προυτάρς είμ’ ου δόλιος και δι ξέρου απ’ αυτίνα.
- Βάλε στ’ φουτιά νιρό να ζησταθί, κι να κάψι πολύ, πρέπει να ζεματίσουμε
τ’ λάμα, για ν’ αφαλουκόψουμι του πιδί, φέρι κι ένα μαξιλάρ, να φκιάξου
τ’ Λενιώ καλά. Πρέπ’ του κιφάλι τσης νάναι ψηλά, για ν’ ανασαίνι καλύτερα.
- Α, πλές κμπάρι μ, το πιδί κατέβκι χαμηλά δε θ’ αργήσι πολύ, να βγεί.
Η καημένη η Λενιώ σφάδαζε κι ούρλιαζε απ’ τους πόνους.
- Υπουμουνή κμπάρα μ, του ξέρου πως πονάς, αλλά ου πόνος αυτίνος είν’
γλυκός, σε λίγο θα γίνις μανούλα ! Υπουμονή Λενιώ μ, κι τελειώνουμι.
 Ισύ πάρι βαθειές ανάσες και σφίξου, σφίξου Λενιώ μ πολύ, όσο μπουρείς.
 Η Λενιώ ακολουθούσε τις συμβουλές του Σωτήρη του κουμπάρου, έπαιρνε βαθειές ανάσες κι άλλοτε ζοριζόταν να γεννήσει το παιδί της. Κάποια στιγμή απ’ το πολύ το σφίξιμο της έφυγε μια δυνατή πορδή, που έκανε τον Κίτσο τον άντρα της να ντραπεί και να ζητήσει συγνώμη απ’ τον κουμπάρο του.
- Να μας συμπαθάς κουμπάρε, εσύ ήρθες να μας ξεγεννήσεις κι εμείς σε κλάνουμε ! 
- Δεν πειράζει κουμπάρε μου, του παιδιού ήταν αυτή κι όχι της Λενιώς. Μας στέλνει μήνυμα, ότι έρχεται. Την ίδια τη στιγμή φάνηκε και το κεφαλάκι του μωρού. Το έπιασε με προσοχή ο έμπειρος γιατρός, άλλωστε εκατοντάδες γιδοπρόβατα είχε ξεγεννήσει, κι άρχισε να το τραβά σιγά - σιγά μέχρι που έβγαλε το παιδί ολόκληρο. Νάτος ο παίδαρος είπε, τρείς οκάδες ζυγίζει με το καντάρι και το ακούμπησε στην κοιλιά της Λενιώς.
- Σερκό είναι ! Άντε να μας ζήσει ο πουτσαράς !
- Να μας ζήσει κουμπάρε μου και σ’ ευχαριστούμε για όλα, δε ξέρουμε τι θα κάναμε χωρίς εσένα.
- Γι’ αυτό είναι οι άνθρωποι κουμπάροι, στην ανάγκη να βοηθάει ο ένας τον άλλον, να σας ζήσει το παιδί και να χαρείτε και σ’ εγγόνια !
Στη συνέχεια αφού έπλυναν το νεογέννητο και το φάσκιωσαν με τα μωροδόπανα τό ’δωσαν στη Λενιώ να το ταΐσει. Εκείνη το πήρε και τα’ ακούμπησε στα πρησμένα απ’ το γάλα βυζιά της, ενώ εκείνο σαν σπουργιτάκι πιπίλιζε τις ερεθισμένες ρόγες της … με τόση τέχνη, λες κι έκανε αυτή τη δουλειά χρόνια. Αυτό δεν είναι ένα θαυμα ; ……  

Δεν υπάρχουν σχόλια: