Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Η αγροτική οικονομία και ο Έλληνας αγρότης - Ενδιαφέρον άρθρο του Ανδρέα Μουντούρη

 Από πολύ καιρό ήθελα  να γράψω ένα άρθρο, για την ελληνική γεωργία και τον Έλληνα αγρότη, αλλά κάθε φορά που προσπαθούσα να καταπιαστώ μ’ αυτό το θέμα, την ίδια στιγμή ξεφύτρωναν μπροστά
 μου δεκάδες παρόμοια θέματα,  που ειλικρινά δεν ήξερα από πού νά αρχίσω και που να τελειώσω.


Πάντα πίστευα, πως υπάρχουν ευοίωνες προοπτικές,  για την ανάπτυξη της αγροτικής ελληνικής οικονομίας, την οποία εγγυώνται  άλλωστε,  η καταλληλότητα και η γονιμότητα του εδάφους, οι ιδανικές και πρόσφορες καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας,  καθώς και η άριστη γνώση, γύρω απ’ τις καλλιέργειες,  του ικανότατου και παραδοσιακά εξοικειωμένου  Έλληνα αγρότη.

Γνωρίζω ακόμη, ότι ένα μεγάλο μέρος της αγροτικής ελληνικής παραγωγής έχει σχέση με τη διατροφή του ανθρώπου, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό, τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους ξένους που προτιμούν τα προϊόντα μας, επειδή αυτά καλύπτουν βασικές πρώτες ανάγκες.
Παντού όμως στην ελληνική γεωργία, συναντάς πολυάριθμα και ποικίλα προβλήματα, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, όπου οι αγρότες νιώθουν ανασφαλείς κι αναποφάσιστοι, λες και βρίσκονται σε χειμερία νάρκη, λες και περιμένουν κάποιο χέρι να τους σπρώξει,για να πάρουν μπροστά.
Και πως είναι δυνατόν ν’ αγνοήσουν προβλήματα, όπως, το τεράστιο κόστος παραγωγής, τους διάφορους παρασιτισμούς, τις στρεβλώσεις της αγοράς, την ιδιοτέλεια και το νταβατζηλίκι των συνεταιριστών, την αισχροκέρδεια των εμπόρων και μεσαζόντων, την κρατική αδιαφορία και γραφειοκρατία ;
Πληρώνει το Ελληνικό Δημόσιο χιλιάδες εξειδικευμένους επιστήμονες, όπως γεωπόνους, δασοπόνους, γεωτεχνικούς, κτηνιάτρους, μελετητές,κι όλοι αυτοί, αντί να βρίσκονται συνέχεια στους τόπους παραγωγής και δίπλα στο πλευρό του αγρότη, να τον συμβουλεύουν και να τον καθοδηγούν, αυτοί καταχωνιάζονται μεσ’ στα γραφεία,  σαν κλασικοί γραφιάδες και βγαίνουν μόνο για να μετρήσουν πρόβατα ή στρέμματα γης, προκειμένου να δοθούν οι επιδοτήσεις.
Ναι, οι επιδοτήσεις που έγιναν η ταφόπλακα της ελληνικής γεωργίας, αυτές που διαβρώσανε τη συνείδηση του Έλληνα αγρότη. Τουλάχιστον, να πηγαίνανε τα χρήματα στους ανθρώπους του μόχθου θα ήταν «ευχής έργο», όμως μόνο το 20 % των επιδοτήσεων πήγαν στα χέρια των δικαιούχων, το 80 % πήγε σε άσχετους με την παραγωγή , στους αεριτζήδες, στα λαμόγια και ένα μεγάλο μέρος αποτέλεσε το λεγόμενο «μαύρο πολιτικό χρήμα».  
Στα βιβλία Γεωγραφίας,  η Ελλάδα δείχνει να διαθέτει μεγάλη παράδοση στη Ναυτιλία, να έχει μια αξιόλογη τουριστική βιομηχανία και μια υποτυπώδη μεσαία βιομηχανία παραγωγής διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Κυρίως όμως παρουσιάζεται ως μια χώρα κατ’ εξοχήν αγροτική και κτηνοτροφική. Είναι όμως ;
Τα τελευταία χρόνια, οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις δείχνουν πως σε 5-10 χρόνια οι μισές γεωργικές δραστηριότητες δεν θα υπάρχουν στην Ελλάδα, αν και πολλοί νέοι, ακόμη και πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών, που είναι άνεργοι, επιστρέφουν στην ύπαιθρο κι εκδηλώνουν ζωηρά το ενδιαφέρον τους ν’ ασχοληθούν με τη γεωργία, όμως δεν υπάρχουν υποδομές και ο κίνδυνος της μη διάθεσης των προϊόντων τους μπαίνει τροχοπέδη στα όνειρά τους.
Η Αιτωλ/νία έχει οκτώ λίμνες και τρία ποτάμια και το 40 % της καλλιεργήσιμης έκτασης δεν αρδεύεται, λόγω της μη ύπαρξης αρδευτικών έργων, αλλά κι εκεί που υπάρχουν αρδευτικά έργα δεν λειτουργούν ή υπολειτουργούν ελλείψει μηχανημάτων, λόγω της αχρηστίας ή και της κλοπής αυτών, καθώς και της έλλειψης οικονομικών πόρων για τη συντήρηση αντλιοστασίων και δικτύων.
Η Ελλάδα εισάγει γεωργικά προϊόντα, την ώρα που τα δικά της σαπίζουν στα χωράφια ή καλλιεργούνται κακήν κακώς χάριν μιας επιδότησης. Πολλά κομμάτια γης μένουν ανεκμετάλλευτα ή στην καλύτερη των περιπτώσεων καλλιεργούνται από μετανάστες.
Μπορεί αυτό,  δυστυχώς να μην αρέσει σε κανένα μας,  αλλά η εικόνα του τρακτέρ είναι λιγότερο συνυφασμένη με το χωράφι και το όργωμα και περισσότερο ταυτισμένη με τα μπλόκα στις εθνικές οδούς.
Τι συμβαίνει αλήθεια στη χώρα αυτή, που επέζησαν στους αιώνες γενεές και γενεές, καλλιεργώντας τη γη ;
Εξηγήσεις υπάρχουν, αλλά μάλλον φοβόμαστε να τις διατυπώσουμε. Προτιμάμε δυσφορώντας,  πολλές φορές, να καταναλώνουμε πατάτες Αιγύπτου ή ντομάτες Πολωνίας ή φακές Περού ή πεπόνια Χιλής, παρά να έρθουμε οι ίδιοι αντιμέτωποι με την αλήθεια εκείνη, που εξηγεί τη στρεβλή ανάπτυξη ή καλύτερα τη μη ανάπτυξη της γεωργίας στη χώρα μας. Η γεωργία δεν είναι μόνο οι εκβιασμοί με τα μπλόκα στις εθνικές οδούς ούτε οι επιδοτήσεις των μεγάλων παραγωγών.
Ανάμεσα σε σύγχρονα ηλεκτρονικά θερμοκήπια, και δυναμικές καλλιέργειες, καλλιεργείται και μια ανησυχητική κατάσταση.
Η Ελληνική γεωργία αποδυναμώνεται. Η αγορά κατακλύζεται από ξένα φθηνά προϊόντα, που πολλές φορές βαπτίζονται ελληνικά.
Στην ύπαιθρο δεν υπάρχει στρατηγική, για να κρατήσει τον αγρότη στο χωράφι,  σε αντίθεση βέβαια με τα κυκλώματα, και τις συμμορίες των επιδοτήσεων, που έχουν μια πλήρως οργανωμένη δομή και λειτουργία. Ο  διατροφικός  τομέας  στην Ελλάδα, υποχώρησε  έναντι του καθεστώτος των επιδοτήσεων, που αποτελούσε ένα κίνητρο, όπως το βαμβάκι κι άλλες καλλιέργειες.
Οι παραγωγοί έπαψαν λοιπόν να καλλιεργούν για τον διατροφικό τομέα και καλλιεργούσαν με βάσει πόση επιδότηση θα πάρουν.
Η ένταξή μας στην Ε. Ε. βελτίωσε τα γεωργικά εισοδήματα,  αλλά επέφερε στρεβλώσεις. Αρχίσαμε να παράγουμε για τη χωματερή κι όχι για την αγορά, με αποτέλεσμα να φύγουν τα γεωργικά προϊόντα και να τα ξεχάσει ο Ευρωπαίος καταναλωτής.
Σήμερα που επιστρέφουμε ξανά στην ποιότητα των προϊόντων θα πρέπει να κάνουμε μεγάλο αγώνα, για να ξαναμπούμε στην αγορά, γιατί  σήμερα υπάρχουν τεράστιες αλυσίδες, που διακινούν την παραγωγή, κι οι οποίες χρειάζονται μεγάλες ποσότητες και με ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ένας μεμονωμένος παραγωγός δε μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μιας τέτοιας διατροφικής αλυσίδας.
Στο έδαφος που φύτρωναν κάποτε τα ονομαστά ελληνικά προϊόντα φυτρώνουν σήμερα,  η απογοήτευση,  οι παρασιτικές αντιλήψεις και καλλιέργειες χωρίς πρόγραμμα και στρατηγική. Το αποτέλεσμα είναι δραματικό. Η Ελλάδα εξάγει γεωργικά προϊόντα εισπράττοντας 14.392.890.000 ευρώ, την ίδια ώρα εισάγει γεωργικά προϊόντα αξίας 48.087.468.000 ευρώ, η διαφορά είναι 33.694.577.000 ευρώ, τα οποία καταβάλλει για να τραφεί. Κι εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση.
Τι έχουν να πούν λοιπόν, όλοι εκείνοι που επιθυμούν την επιστροφή στη δραχμή  και δηλώνουν φανατικοί αντιμνημονιακοί ; Εγώ πάντως σας διαβεβαιώνω πως μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί όμως, εκείνοι που επενδύουν στο λαϊκισμό και στη δυστυχία του ελληνικού λαού,  πρώτοι απ’ όλους, να πάρουν τις αξίνες, κι αφού εγκαταλείψουν  τα αστικά κέντρα, με μεροκάματα Βουλγαρίας κι Αλβανίας να έρθουν στην ύπαιθρο και να καλλιεργήσουν τη γη.
Όσοι γνωρίζουν οικονομικά καταλαβαίνουν τι θέλω να πω !
Στην Ελλάδα αυτός που ασχολείται με την παραγωγή τιμωρείται.
Αυτός που ασχολείται με το εμπόριο και με λιγότερα κεφάλαια σε σύντομο χρόνο,  μπορεί να αποχτήσει μεγαλύτερο και πιο ασφαλές εισόδημα. Άρα λοιπόν, να μην κατηγορούμε μόνο τους αγρότες, ίσως πρέπει κάποια στιγμή να έρθει η πολιτεία να τους εξασφαλίσει κίνητρα κι ένα σταθερό κι επικερδές περιβάλλον.
Η αντίληψη που έχει ο καταναλωτής για τον Έλληνα αγρότη παραπαίει ανάμεσα σε δυο εικόνες. Από τη μια εικόνα ενός σκληρού εργάτη γης κι από την άλλη ενός κακομαθημένου παραγωγού που εισπράττει επιδοτήσεις. Αγρότης δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, ωστόσο τα τελευταία τριάντα χρόνια, η παραγωγή αναπτύχθηκε με τέτοιο τρόπο στην Ελλάδα, που μπορείς να δεις κι αυτόν που καλλιεργεί πρωτόγονα τη γη, αλλά κι αυτόν που δεν την καλλιεργεί και πληρώνεται. 
Το συμπέρασμα είναι ένα, η χώρα σταδιακά αποπαραγωποιείται.
Το κέρδος του εμπόρου πρέπει να υπάρχει και να είναι δεδομένο, διαθέτει κεφάλαια, έχει έξοδα μεταφοράς, τυποποίησης και συσκευασίας, παρέχει υπηρεσίες που πρέπει να πληρωθούν.
Όμως, σε καμιά περίπτωση  δεν πρέπει,  οι δύο κρίκοι της αλυσίδας έμπορος και super market, να εισπράττουν τα διπλάσια ή τριπλάσια απ’ τον παραγωγό, που δουλεύει ολόκληρο χρόνο,  ξοδεύει κι έχει επί πλέον το ρίσκο της παραγωγής. Υπάρχουν στην αγορά προϊόντα που η τιμή τους είναι και 1.000 % πάνω από την τιμή που έφυγαν απ’ τον παραγωγό.
Ένα μεγάλο μέρος της αγροτικής παραγωγής κινείται με εικονικά τιμολόγια. Ο αγρότης προκειμένου να του απορροφήσουν την παραγωγή του, παίρνει τα χρήματα για την παραγωγή που έδωσε, αλλά υπογράφοντας για μικρότερες ποσότητες, έτσι ο έμπορος ή καλύτερα οι έμποροι καλύπτουν την αισχροκέρδεια παρουσιάζοντας μεγαλύτερη την τιμή της αγοράς. Σ’ άλλες περιπτώσεις γίνεται ακριβώς το αντίθετο, ο αγρότης υπογράφει πως πούλησε μεγαλύτερες ποσότητες,  και με τον τρόπο αυτό καλύπτουν οι έμποροι εισαγόμενες ποσότητες  τις οποίες πωλούν  στη συνέχεια ως ελληνικά προϊόντα, καλύπτοντας την απάτη με εικονικά τιμολόγια. Στην περίπτωση αυτή ο αγρότης εισπράττει τον Φ.Π.Α. από την εικονική συναλλαγή.
Μεγάλες πολυεθνικές αλυσίδες super market φέρνουν φθηνά προϊόντα από την Κίνα σ’ άλλες χώρες, για παράδειγμα στη Γερμανία.
Στη συνέχεια από τη Γερμανία τα εισάγουν στην Ελλάδα χωρίς δασμούς, όπου οι τιμές είναι πολύ ακριβότερες και σε κάποιες περιπτώσεις τα ελληνοποιούν κιόλας, σε κάθε περίπτωση ο αγρότης είναι εξαρτώμενος από τους εμπόρους και τους μεταπράτες.
Είμαστε ίσως η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, που ο αγρότης διαπραγματεύεται απ’ ευθείας με τον έμπορο και πολλές φορές, έτσι εκβιαστικά παραδίδει το προϊόν του.
Τη δεκαετία του 80 οι συνεταιριστικές οργανώσεις ήταν μια ελπίδα, για την ανάπτυξη της γεωργίας στην Ελλάδα και κυρίως για την εκπροσώπηση του αγρότη. Τριάντα χρόνια μετά, πολύ λίγοι από τους 6.300 συνεταιρισμούς βρίσκονται σε δράση και η συνδικαλιστική αντίληψη έχει αποδεκατιστεί από την κομματικοποίηση, την προμελετημένη κακή διαχείριση, τη διχόνοια, τα σκάνδαλα και τον παραγοντισμό.
Ο κομματισμός κατάφερε να φέρει στους συνεταιρισμούς ανθρώπους άσχετους με την αγροτιά και τα συμφέροντά της, ανθρώπους που έγιναν οι μεσάζοντες μεταξύ αγροτών και εμπόρων, κι ενώ αυτοί πλούτισαν, οι Συνεταιρισμοί και οι Ενώσεις των διαλύθηκαν ή υποθηκεύτηκαν στην Αγροτική Τράπεζα.
Σήμερα οι περισσότερες ηγεσίες του Συνεταιριστικού Κινήματος εκλέγονται από συνεταιρισμούς σφραγίδας. Τα ¾ των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών δεν ασκούν καμία δραστηριότητα, απλώς εκλέγουν αντιπροσώπους, κι αυτοί με τη σειρά τους εκλέγουν τις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις.
Οι επιδοτήσεις τελικώς ωφέλησαν ή έβλαψαν ;
Μπορεί κανείς ν’ ακούσει διάφορες απόψεις κουβεντιάζοντας με τους αγρότες. Ήταν σίγουρα ένα συμπλήρωμα για το αγροτικό εισόδημα αλλά και μια αυταπάτη, γιατί κάποιος να καλλιεργήσει τη γη, όταν βγάζει περισσότερα χρήματα με τις επιδοτήσεις ;
Με τα χρήματα αυτά στήθηκαν κοινωνίες στυλώθηκαν οικογένειες, σπούδασαν παιδιά. Από την άλλη όμως ακυρώθηκε κάθε προγραμματισμός στην ελληνική γεωργία με βάσει τις πραγματικές ανάγκες, γιατί οι επιδοτήσεις ήταν αποσυνδεδεμένες απ’ το προϊόν και την ποιότητά του. Αυτό που επιδοτήθηκε ήτανε τα στρέμματα ακόμη κι αν δεν παρήγαγαν καθόλου προϊόν.
Η κατάσταση σήμερα στην ελληνική ύπαιθρο είναι δραματική, χωράφια μένουν ακαλλιέργητα, γιατί έχει πιο συμφέρον ο αγρότης να εισπράξει την επιδότηση, απ’ ότι να μαζέψει την παραγωγή.
Όταν ένα λίτρο εμφιαλωμένο νερό πουλιέται όσο ένα κιλό λάδι, του οποίου η παραγωγή απαιτεί κόπο κ’ έξοδα η πιο αποτελεσματική παραγωγή είναι το καφενείο.
Πρέπει λοιπόν στη αγροτική πολιτική ν’ αλλάξουν πολλά, γιατί το μέλλον αυτού του τόπου στηρίζεται στη Γεωργία. Το πρώτο που πρέπει να γίνει, είναι, ν’ αλλάξει το σύστημα πορείας των αγροτικών προϊόντων. Διάθεση των προϊόντων μέσα από τον μηχανισμό των δημοπρασιών, όπως γίνεται σ’ όλη την Ευρώπη.
Απαιτούνται δραστικά μέτρα σε περιφερειακό επίπεδο.
Αυτή τη στιγμή στον αγροτικό κόσμο υπάρχει μια μεγάλη αβεβαιότητα και δύο κυρίαρχες αντιλήψεις. Η μία θέλει την επιστροφή στις παραδοσιακές καλλιέργειες κι η άλλη αναζητά νέες καλλιέργειες, που θα φέρουν μεγάλο κέρδος και μάλιστα σε λίγο χρόνο.
Πολλοί αγρότες έχουν στο νού τους τα φωτοβολταϊκά. Όμως κι εκεί έχουν αλλάξει τα δεδομένα κι άρχισαν οι προβληματισμοί……………
Όσο για τους κυβερνόντες ; Πολλά και παχιά λόγια, κι αποτέλεσμα
μηδέν! 

Μουντούρης Ανδρέας
Τ. εφοριακός – συγγραφέας
E-mail:a.moudouris@gmail.com 

Δεν υπάρχουν σχόλια: